Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Η Αθήνα στα χρόνια της Κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσης. Του Θοδωρή Αντωνόπουλου

Αναδημοσιεύουμε μέρος από το ΑΦΙΕΡΩΜΑ της LIFO: ΤΟ «ΟΧΙ», Ο ΠΟΛΕΜΟΣ, Η ΚΑΤΟΧΗ, του Θοδωρή Αντωνόπουλου , με τίτλο «Η Αθήνα στα χρόνια της Κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσης» Διαβάστε όλο το αφιέρωμα ΕΔΩ.

 



Πώς ήταν η καθημερινότητα των Αθηναίων στη διάρκεια της Κατοχής; Πώς διαπλέκονταν ο ηρωισμός με την απελπισία, η αντίσταση με τον δωσιλογισμό, η αξιοπρέπεια με τον αγώνα για καθημερινή επιβίωση; Γιατί έχει σημασία να τα θυμόμαστε όλα αυτά;

 

Θριάμβευσε επί των Ιταλών, πάλεψε στα ίσα και τους Γερμανούς, υπέκυψε εντέλει στο μοιραίο: Στις 27/4/41 τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα της Βέρμαχτ εισέρχονταν στη συνθηκολογημένη Αθήνα χωρίς σχεδόν καθόλου θεατές και «χειροκροτητές», για να ακολουθήσουν λίγο αργότερα τα ιταλικά.

Από την ημέρα εκείνη μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη στις 12/10/44, οι Αθηναίοι θα βιώσουν μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών και στερήσεων αλλά και αγωνιστικής έξαρσης, μολονότι όχι  αυτονόητης ούτε τόσο συλλογικής όσο προβάλλεται, μήτε βέβαια πάντα μονοιασμένης:

«Είναι δύσκολη μια καθαρή και δίκαια μονοσήμαντη ταξινόμηση των εκάστοτε κρινόμενων… Η εναλλασσόμενη επικάλυψη ηθικών, ιδεολογικών ή ακραιφνώς συμφεροντολογικών προτεραιοτήτων ουσιαστικά επέτρεπε στον μέσο κάτοικο της Αθήνας όπως και οποιασδήποτε άλλης κατεχόμενης πόλης να είναι εναλλάξ συνεργάτης των Γερμανών με μειωμένο ωράριο, αντιστασιακός κατά διαστήματα και να κρατά στάση αναμονής τις Κυριακές», έθετε δηλαδή ως προτεραιότητα τη δική του σωματική, ψυχική και υλική επιβίωση όπως σημειώνει ο Γερμανός ιστορικός Hagen Fleischer προλογίζοντας τις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945» του Ιάσονα Χανδρινού (εκδ. Μοβ Σκίουρος 2018).

Στην απέναντι πλευρά οι δωσίλογοι, οι τοκογλύφοι, οι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες των κατακτητών απηχούσαν τη «σκοτεινή», τη λιγότερο διαφημισμένη πλευρά της και όχι τυχαία, εφόσον πολλοί εξ αυτών στελέχωσαν το μεταπολεμικό καθεστώς. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, εντούτοις, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν τόσο πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης. 

Η καθημερινότητα των περισσότερων Αθηναίων, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ηρωϊκή φάνταζε εν μέσω μια εκτροχιασμένης εντελώς οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η εξασφάλιση ενός στοιχειώδους γεύματος π.χ. ειδικά για τους μη έχοντες σταθερή εργασία, ήταν μια ολόκληρη περιπέτεια που απαιτούσε ώρες ή και μέρες αναζήτησης κι ακόμα περισσότερη τύχη αν δεν γινόταν διανομή συσσιτίου κάπου κοντά.

Αποστάσεις που συνήθως γίνονταν πεζή, με το τενεκεδάκι στο χέρι, ανάμεσα από μπλόκα, κρεμασμένους προς παραδειγματισμό πολίτες, άλλους πάλι νεκρούς ή ετοιμοθάνατους από την ασιτία, ανάμεσά τους πλήθος παιδιά. Εκτός από τους κατακτητές, κουμάντο στην πόλη κάνανε οι «βασιλικότεροι του βασιλέως» συνεργάτες τους, οι τοκογλύφοι και οι μαυραγορίτες.

Μόνη παρηγοριά, η τέχνη και ειδικά το θέατρο αφενός, ο παράνομος Τύπος, το παράνομο ραδιόφωνο, οι προκηρύξεις και τα συνθήματα σε τοίχους που καλούσαν σε εξέγερση αφετέρου, δείγματα ότι τίποτε δεν είχε τελειώσει.

Η απελπισία χτυπούσε συχνά κόκκινο, ειδικά τον καιρό του μεγάλου λιμού (χειμώνας ’41-’42), όμως η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα είναι παροιμιώδης – μάθανε να ευτυχούν με τα στοιχειώδη και να ξεγελούν όχι μόνο τη δυστυχία αλλά και τους δυνάστες τους, οι δε πιο ασυμβίβαστοι, οι νεολαίοι ειδικά, βγαίνανε στην αντίσταση ή στο βουνό αντάρτες.

Στον αντίποδα, μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - που διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, που παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, που απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, που συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.

Κοντά σε όλους αυτούς, κατάσκοποι όλων των πλευρών, φυγάδες που κρύβονταν, γυναίκες ελευθερίων ηθών που δούλευαν ταυτόχρονα για την Αντίσταση, καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που πάσχιζαν να απαντήσουν με τη δική τους γλώσσα στο μακάβριο ερώτημα «Εάν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» που έθεσε μεταπολεμικά υπό μορφή βιβλίου ο Πρίμο Λέβι. Αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες που ένεκα η επιβίωση ανακάλυπταν δεξιότητες, κουράγια κι αντοχές που ουδέποτε είχαν διανοηθεί.

Οι ίδιοι οι κατακτητές και ειδικά οι Γερμανοί θαύμαζαν την κλασική Αθήνα θεωρώντας τη λίκνο του ανώτερου πολιτισμού των Αρίων όπου και οι ίδιοι «ανήκαν», οίκτιραν ωστόσο τους κατοίκους της ως εκφυλισμένους, μπασταρδεμένους απόγονους των ένδοξων αρχαίων τους προγόνων, αντιμετωπίζοντάς τους με την ανάλογη περιφρόνηση και σκληρότητα.

Πολλοί εξ αυτών αντάλλασσαν εντούτοις προϊόντα και υπηρεσίες με τους πολίτες «στη ζούλα» - το μεγαλύτερο υπαίθριο παζάρι στην κατεχόμενη πρωτεύουσα στήθηκε μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (Σεπτέμβριος ’43) οπότε οι πρώην πραιτωριανοί του “Imperio Romano” ξεπουλούσαν ό,τι εδύναντο -, κάποιοι πάλι κυρίως Ιταλοί ήταν πιο «μαλακοί» και χαβαλέδες, ενώ δεν έλειψαν και οι έρωτες μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων.

Χρήσιμα όλα αυτά σε μια εποχή που τα ναζιστικά ιδεολογήματα «ξεπλένονται» και ξαναβρίσκουν απήχηση σε Ελλάδα και Ευρώπη, σε μια εποχή που είναι ακόμα άγνωστο κατά πόσο ξεπεράστηκε η μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση που έζησε έκτοτε η χώρα και η πρωτεύουσά της και που συχνά παρομοιάστηκε με την κατοχική περίοδο, μολονότι φυσικά απέχει παρασάγγας από αυτή σε κάθε επίπεδο: ο σχολαστικός μελετητής θα ανακαλύψει, εντούτοις, αξιοσημείωτες ομοιότητες. Ιδού μερικά αντιπροσωπευτικά «ενσταντανέ» από την κατοχική Αθήνα.

 

Η μεγάλη πείνα

Τα στρατεύματα κατοχής από την πρώτη στιγμή κατάσχουν και λεηλατούν προϊόντα και αγαθά για τις δικές τους ανάγκες. Η ραγδαία αύξηση των τιμών και ο  υπερπληθωρισμός οφείλονταν τόσο στις ελλείψεις των βασικών ειδών όσο και στην αύξηση κυκλοφορίας του χρήματος που οδήγησε σε απανωτές υποτιμήσεις.

Στις αρχές του 1944 κυκλοφόρησαν χαρτονομίσματα των 50 και 100.000 δρχ. και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς των 500 εκ. και των 2 δισ. αντίστοιχα. Ο συνδυασμός προκλητικής κυνικότητας και αρπακτικότητας των κατακτητών, που ιδιοποιούνταν  την όποια παραγωγή είχε απομείνει, της διάλυσης του κρατικού, οικονομικού (κατοχικά «δάνεια», κατοχικές «δαπάνες» κ.λπ.) και κοινωνικού ιστού, μαζί και ο βρετανικός ναυτικός αποκλεισμός συντέλεσαν να ζήσει η Αθήνα τον χειμώνα του ’41-’42 έναν από τους χειρότερους λιμούς σε ευρωπαϊκό έδαφος, ακόμα και για τα δεδομένα του Β’ Παγκοσμίου.

Νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια και λύματα κείτονταν στους κεντρικούς δρόμους, κάποιους από τους οποίους η αστυνομία έκλεινε περιστασιακά διότι «ήτο τρομερόν το θέαμα…». Αρκετά μάλιστα πτώματα σαπίζανε άταφα γιατί σε νεκροτομεία και νεκροταφεία επικρατούσε αδιαχώρητο, πολλοί δε οικείοι αδυνατούσαν να χρεωθούν μια κανονική κηδεία.

Η τιμή του ψωμιού αυξήθηκε 89 φορές μεταξύ 1941-2, ενώ με τρεις τενεκέδες λάδι αγόραζες μονοκατοικία. Τον Δεκέμβριο του ’41 υπήρχαν 400 νεκροί την ημέρα. Τα συσσίτια και τα τρόφιμα που μοίραζαν ο Ερυθρός Σταυρός, η Εκκλησία, υπηρεσίες, επιτροπές, ενώσεις και οργανισμοί οσότου λυθεί κάπως το επισιτιστικό, δεν επαρκούσαν.

Στις ουρές των συσσιτίων του ΕΕΣ πρωτοτραγουδήθηκε το «πατάω ένα κουμπί/και βγαίνει μια χοντρή». Σε 40.000-100.000 υπολογίζονται τα θύματα του μεγάλου λιμού σε Αθήνα-Πειραιά – δεν υπάρχει ακριβής εκτίμηση εφόσον πολλοί νεκροί δεν δηλώνονταν προκειμένου οι εναπομείναντες συγγενείς να χρησιμοποιούν τα δελτία τροφίμων τους ή εγκαταλείπονταν.

Σκελετωμένες ανθρώπινες σκιές αργοπέθαιναν σε δρόμους και πλατείες, τα πτώματα σωριάζονταν ομαδικά σε καρότσια, κάρα και καμιόνια. Υπήρξαν φάσεις που Αθήνα θύμιζε ανοικτό Άουσβιτς, οι δε νεκροθάφτες λάμβαναν διπλό συσσίτιο για να αντέχουν το φόρτο εργασίας.

Σαν «φυσική αντίδραση», ίσως, ενώ στην πρωτεύουσα το α’ εξάμηνο του ’42 είχαμε 7.100 γεννήσεις έναντι 29.600 θανάτων, το β’ εξάμηνο του ’43 οι γεννήσεις εκτοξεύτηκαν ξεπερνώντας και τα προπολεμικά επίπεδα (10.300 έναντι 6.600 θανάτων).

Η κατάσταση τη χρονιά εκείνη χάρη και στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού καθώς και τη διεθνή (ακόμα και τουρκική) βοήθεια βελτιώθηκε ελαφρώς. Παρά ταύτα, το σωματείο των ζαχαροπλαστών εξέδιδε τον Φλεβάρη «επείγουσα ειδοποίηση» στα μέλη του για ευνόητους λόγους να μην εκθέτουν σε βιτρίνες τα προϊόντα τους αλλά μόνο εντός, προειδοποιώντας για «βαριές κυρώσεις» καθώς διαφορετικά «τίθεται εις κίνδυνον αυτή ταύτη η ύπαρξις των καταστημάτων μας!». Όχι άδικα: Οι γευστικές «προκλήσεις» έπρεπε να αποφεύγονται καθώς ήδη συνέβαιναν οργανωμένες ή αυθόρμητες λεηλασίες μαγαζιών και αποθηκών, ειδικά όσων υποψιάζονταν ότι έκρυβαν τρόφιμα.

 

Επιταγμένα κτίρια

Η Ανώτατη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση βρισκόταν στο μέγαρο του ΜΤΣ, Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Η Kommandantur (Γερμανικό Φρουραρχείο) στην Κοραή 4 με τα τρομερά κρατητήρια στα υπόγειά της όπου για να βρεθείς αρκούσε κι ένα απλό παράπτωμα, το αρχηγείο-«κολαστήριο» της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν 6.

Εκεί κιόλας βασανίστηκαν ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο αντιστασιακός στιχουργός Κώστας Βίρβος. Το Ιταλικό Φρουραρχείο (Commando Piazza) στη σημερινή Alpha Bank στην Πανεπιστημίου, δίπλα στο Νομισματικό Μουσείο. Πολλοί εξάλλου Γερμανοί και Ιταλοί αξιωματικοί «φιλοξενούνταν» στα καλύτερα αθηναϊκά ξενοδοχεία της εποχής όπως το Μεγάλη Βρετανία στο Σύνταγμα και το Φαληρικόν στην παραλιακή ή σε ιδιωτικές οικείες.       

 

Ακρόπολη

Στις 27/4/41 υψώθηκε η ναζιστική σημαία στον Ιερό Βράχο και στις 23/6/41 η ιταλική, ενώ «επέστρεψε» ανάμεσα και η ελληνική. Οι Ιταλοί, παρότι η Αθήνα είχε ανακηρυχθεί ανοχύρωτη πόλη, έσπευσαν να στήσουν στο χώρο αντιαεροπορικούς  προβολείς κι εκτοξευτές όλμων.

Ύστερα κι από πιέσεις της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του υπουργείου Παιδείας στους Γερμανούς, τα βαρέα όπλα απομακρύνθηκαν κι απέμεινε μια μικρή φρουρά (κυρίως Ιταλοί), στρατιώτες της οποίας «εκπληρούντες τας φυσικάς των ανάγκας, συστηματικώς ερύπαινον την Ακρόπολη ή συνουσιάζοντο μετά γυναικών και ανδρών(!) αφίνοντες ίχνη της διαβάσεώς των» αναφέρει έκθεση του υπουργείου Παιδείας του 1946 που περιλαμβάνει ο Ιάσονας Χανδρινός στις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945».

Πασίγνωστη είναι βέβαια η ηρωική αποκοτιά των φοιτητών, τότε, Μανώλη Γλέζου και Λάκη Σάντα οι οποίοι σκαρφάλωσαν κι «απήγαγαν» τη σβάστικα (30/5/41). Κάτι ιστορικά απόλυτα εξακριβωμένο, αντίθετα με το αμφιλεγόμενο στόρι περί κάποιου τσολιά-φρουρού ονόματι Κωνσταντίνος Κουκίδης που υποτίθεται ότι, μην αντέχοντας να δει τη γαλανόλευκη στα χέρια των κατακτητών, τη ζώστηκε κι έπεσε στο κενό προτού πατήσουν στην Ακρόπολη. Ενδιαφέρον έχει επίσης η πληροφορία ότι το πρώτο οκτάμηνο της Κατοχής επισκέφθηκαν το μνημείο κάπου 120.000 Γερμανοί.

 

Μουσεία

Άδειες προθήκες βρήκαν οι Γερμανοί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εφόσον εργάτες και αρχαιολόγοι ξεκίνησαν να θάβουν τα εκθέματα ήδη από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. «Στα υπόγεια του Μουσείου τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση», έγραφε χαρακτηριστικά ο αρχαιολόγος Κώστας Πασχαλίδης στο ειδικό τεύχος της Lifo «Η Ιστορία μιας Πόλης» (Μάρτιος 2013).

Στην Κατοχή το ΕΜΣ στέγασε διοικητικές υπηρεσίες. Αρκετά εκθέματα από άλλα μουσεία είχαν επίσης αποκρυφτεί, ακόμα και πρόχειρα σε αυλές κάτω από σακιά με άμμο. Γερμανοί αρχαιολόγοι υποχρέωσαν το Μουσείο του Κεραμικού να ανοίξει ώστε να διεξάγουν έρευνες που θα εμπλούτιζαν το βιογραφικό τους. Υπήρξαν εξάλλου και κρούσματα αρχαιοκαπηλείας, όπως παντού στην κατεχόμενη Ελλάδα.     

 

Φωτογραφία: Σκελετωμένες ρακένδυτες γυναίκες στην οδό Σταδίου κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Στο βάθος διακρίνεται ο τοίχος του προαυλίου της Παλαιάς Βουλής και ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην αρχική του θέση, στη συμβολή των οδών Κολοκοτρώνη και Σταδίου. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944

 

Διαβάστε ολόκληρο το ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΤΟ «ΟΧΙ», Ο ΠΟΛΕΜΟΣ, Η ΚΑΤΟΧΗ του Θοδωρή Αντωνόπουλου στην LIFO.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.